DEVIL’S KITCHEN - DEVIL’S KITCHEN
By Dr. Acid_000
Οι Devil's Kitchen κατάγονταν από το San Francisco και αποτελούνταν από τα εξής μέλη:
Robbie Stokes - lead guitar, vocals
Brett Champlin - rhythm guitar, bass, vocals
Bob Laughton - bass, slide guitar, vocals
Steve Sweigart – drums
Αν και δεν κυκλοφόρησαν ούτε δίσκο, ούτε singles, δεν πέρασαν απαρατήρητοι. Την περίοδο 1968-1970, έπαιξαν αρκετές φορές στο Fillmore West, στο Whisky A Go Go και άνοιξαν τις συναυλίες πολλών μεγάλων συγκροτημάτων της εποχής. Κάποιες live και studio εγγραφές, βγήκαν στο φως σε βινύλιο, από την Lysergic Sound Distributors το 2001 και αργότερα σε cd το 2018, στην Not On Label, με περισσότερα κομμάτια. Εμείς θα ασχοληθούμε με την βινυλιακή έκδοση, τα live κομμάτια της οποίας, ηχογραφήθηκαν στο Family Dog Ballroom on the Great Highway, του Chet Helm στο San Francisco. O δίσκος ανοίγει με το στουντιακό City. Γνήσιος S.F. ήχος, με πολύ καλή κιθάρα και επίσης όμορφα φωνητικά. Το κομμάτι αφήνει άριστες εντυπώσεις, που θα ενισχυθούν με το live Farm Bust Blues. Ένα δεκάλεπτο καθαρόαιμο Blues, με την κιθάρα να αυτοσχεδιάζει, πολύ κοντά στο Acid Blues, αποφεύγοντας τα πολύπλοκα τζαμαρίσματα, επικεντρωμένη στο στόχο της, τον οποίο πετυχαίνει απόλυτα. Θαυμάσιο κομμάτι, απλό και ουσιώδες. Και πως θα μπορούσε να λείπει το Acid Rock, από την περιοχή που το γέννησε; Το εκπληκτικό Earthfields αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Με κάποιες Jazz αναφορές στην αρχή, αλλά και σε διάφορα σημεία, επιδίδεται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι εντυπώσεων, Jam αισθητικής. Αυτός είναι ο κιθαριστικός ήχος την δυτικής ακτής, που έπαιξαν πρώτοι οι Q.M.S. και οι Grateful Dead, για να ακολουθήσουν οι υπόλοιποι. Ένας ήχος σήμα κατατεθέν της ψυχεδέλειας, πολύ μπροστά από την εποχή του, όταν οι καλλιτέχνες σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, δεν δίσταζαν να αναπτύξουν τις ιδέες τους, απέναντι σε ένα κοινό που ήταν έτοιμο να τις δεχθεί και γιατί όχι να τις προχωρήσει πιο πέρα.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το φαζαριστό, στουντιακό Acid Rock, (You've Got Your) Head On Right. Πιο σκληρό από τα προηγούμενα, οι κιθάρες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία, με τελικό νικητή το ίδιο το κομμάτι. Άψογα σολαρίσματα, που φτάνουν μέχρι το Hard Rock, χωρίς να απομακρύνονται από τις ρίζες τους. Άλλο ένα στουντιακό κομμάτι στη συνέχεια, το πασίγνωστο Dust My Blues του Elmore James, διασκευασμένο από τα μισά συγκροτήματα του Rock, πατάει πάνω στα γνωστά μοτίβα, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις .Άλλη μια καλή διασκευή και τίποτα περισσότερο. Επιστροφή στο Acid Rock, με το live Cookin'. Ένα φανταστικό instrumental jam, στο στυλ των Q.M.S. .Δυστυχώς μόνο ένα μικρό μέρος του είναι ηχογραφημένο, στερώντας μας την απόλαυση να το ακούσουμε ολόκληρο, κάτι που ίσως θα ήταν η κορυφαία στιγμή του δίσκου. Σίγουρα η διάρκεια του θα ήταν αρκετά μεγάλη για τα δεδομένα του δίσκου, αλλά θα το προτιμούσα όπως το έπαιξαν και ας άφηναν εκτός, άλλα κομμάτια. Κρίμα. Συνέχεια με το Blues Mellow Pot Blues, του Buster Bennett. Και εδώ, έχουμε Jazz επιρροές σε συνδυασμό με το Acid Rock. Άψογα εκτελεσμένο, αρκετά τεχνική κιθάρα και βαθιά συναισθηματική ερμηνεία. Το στουντιακό Mourning Glory, ίσως είναι ένα από τα κορυφαία κομμάτια του δίσκου, μαζί με το Earthfields. Acid Rock σε μεγάλες στιγμές, με φοβερές κιθάρες και αρκετά παράξενη δομή. Απρόβλεπτο στην εξέλιξη του, όχι τόσο απλό όσο φαίνεται, αξίζει να του δώσει κανείς αρκετές ευκαιρίες.
Αυτοί ήταν οι Devil's Kitchen και οι εγγραφές της περιόδου 1968-1969. Σίγουρα θα υπάρχει και άλλο υλικό, live ή studio. Δεν ξέρω γιατί δεν κυκλοφόρησαν απολύτως τίποτα και θα έπρεπε να φτάσουμε το 2011, για να ακούσουμε κάτι από αυτούς. Λάθος χειρισμοί, ιδεολογικοί λόγοι, ποιος ξέρει τι τους εμπόδισε να ηχογραφήσουν, έστω ένα single. Εδώ που τα λέμε, εκείνη την εποχή αυτό που ενδιέφερε τους περισσότερους καλλιτέχνες, δεν ήταν τόσο οι δίσκοι, όσο η ενεργός συμμετοχή στην παγκόσμια πνευματική επανάσταση, που συντελούνταν μπροστά στα μάτια τους. Πως να λείψεις από αυτή την κοσμογονία, αφού θέλοντας ή μη λάμβανες και εσύ μέρος, με το μερίδιο που σου αναλογούσε και με τον τρόπο που εσύ έκρινες. Ίσως, ήταν δική τους απόφαση να απέχουν από τη δισκογραφία και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει γι’ αυτό. Αντιθέτως, μόνο εύσημα μπορείς να τους δώσεις.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου